τζαμιτζής

τζαμιτζής
ο, Ν
βλ. τζαμτζής.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • τζαμτζής — και τζαμιτζής, ο, Ν ο τζαμάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < τζάμι + κατάλ. τζής (πρβλ. παλια τζής)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”